Λιναριά

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΙ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΥ ΣΚΥΡΙΑΝΟΥ ΛΙΜΑΝΙΟΥ

του Μάνου Φαλτάϊτς

linaria

 

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ

Αντίθετα με το «χωριό», την πρωτεύουσα της Σκύρου, που βρίσκεται απαρασάλευτα στον ίδιο ακριβώς χώρο από την προϊστορική αρχαιότητα με πρώτο γνωστό οικιστή το μυθικό Κρητικό ήρωα Ενυέα, η ιστορία του οικισμού της Λιναριάς, του σημερινού επίνειου της πόλης, δε ξεπερνά τα 150 χρόνια.

Είναι αξιοπερίεργο ότι η περιοχή, με το θαυμάσιο φυσικό της λιμάνι, δε χρησιμοποιήθηκε ποτέ στο παρελθόν για οικιστική εγκατάσταση, όπως -τουλάχιστον μέχρι σήμερα- δείχνει η ανυπαρξία οποιονδήποτε κατάλοιπων (αρχαία θεμέλια, όστρακα κ.λ.π.) ενώ αντίθετα, βρίσκονται σε πολλά άλλα σημεία μαρτυρώντας την ύπαρξη σημαντικού αριθμού μικρών και σχετικά μεγάλων οικισμών στο νησί, κατά την προχριστιανική -κυρίως- αρχαιότητα.

Η χρησιμοποίηση της Λιναριάς σα λιμάνι άρχισε να γίνεται μετά την επανάσταση του 1821 και συγκεκριμένα από το 1828, μετά από σχετικές ενέργειες της τότε Δημογεροντίας προς τον Έκτακτο Επίτροπο των Βόρειων Σποράδων, από τον οποίο ζήτησαν να επιτρέψει τη χρησιμοποίησή της σαν επίσημου λιμανιού αντικαθιστώντας την ανασφαλή παραλία των Μαγαζιών που χρησίμευε μέχρι τότε σαν επίνειο της πόλης.

Μετά την έγκριση του διαβήματος ακολούθησε η εγκατάσταση των σχετικών υπηρεσιών (Λιμεναρχείο, Τελωνείο, Υγειονομείο) και άρχισε η χρησιμοποίηση της σα λιμανιού από τα λίγα Σκυριανά πλοία, με την υποχρεωτική προσέγγιση και των ξένων προκειμένου να γίνεται δυνατή η εφαρμογή των μέτρων περί ναυτιλίας που είχε θεσπίσει ο κυβερνήτης, Ιωάννης Καποδίστριας, και των οποίων η τήρηση επεβάλλετο με αυστηρότατη και λεπτομερέστερη νομοθεσία.

 

Ο ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ

Έκτοτε, άρχισε και ο εποικισμός της μέχρι τότε ακατοίκητης περιοχής, με την εγκατάσταση -αρχικά- μεμονωμένων ατόμων, συνήθως ψαράδων από διάφορα νησιά και αργότερα ολόκληρων οικογενειών, όχι μόνο από νησιώτικες και παραθαλάσσιες περιοχές αλλά και στεριανές που, για διάφορους λόγους, έφταναν στο λιμάνι και παρέμεναν μόνιμα.

Εξ’ άλλου, μερικές απ’ τις παλιές ντόπιες ναυτικές οικογένειες, όπως των Ανέστηδων, των Κατρακύληδων και των Πατραίων, εγκαταστάθηκαν στο νέο λιμάνι, αποτελώντας κατά τις επόμενες δεκαετίες μαζί με ορισμένες άλλες ξενοφερμένες οικογένειες (Κουρογένηδες, Σουρήδες κ.λ.π.), τους καπεταναίους και καραβοκύρηδες της Λιναριάς κρατώντας για αρκετό καιρό στα χέρια τους το αλιευτικό -κυρίως- εμπόριο αλλά και τις μεταφορές των ντόπιων εμπορευμάτων και τις συγκοινωνίες του νησιού με την Κύμη.

Έτσι, από τα μέσα του περασμένου αιώνα, η Λιναριά είχε εξελιχθεί στο ναυτικό κέντρο της Σκύρου.

Ο εποικισμός συνεχίστηκε για μεγάλο διάστημα, μέχρι σχεδόν τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, με αισθητή τη διαφορά στην μορφωτική και κοινωνική στάθμη των νέων απ’ τους παλιούς εποίκους προς το καλύτερο, γεγονός που διαφοροποίησε την κοινωνική δομή των Λιναριωτών και συνετέλεσε θετικά στην εξέλιξη του οικισμού.

 

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΛΙΝΑΡΙΑΣ

Οι παλαιότερες περιγραφές που έχουμε για τον οικισμό και τους κατοίκους του, είναι του 1980 και του 1901 που μας δίνουν μια γενική εικόνα της εποχής, πολύτιμες μαρτυρίες για την ιστορία της Λιναριάς με την οποία ελάχιστα ασχολήθηκαν Σκυριανοί και ξένοι προηγουμένως.

Κατά την πρώτη, του Δημήτριου Φαλτάιτς, η Λιναριά είναι: «ο ευχρειστότερος, δια τα μικρά πλοιάρια της Σκύρου λίμην, καθ’ ότι εκείθεν αποπλέουσι συνήθως, οι δια Κύμη και Χαλκίδα, εις τα δύο ταύτας πρωτευούσας της επαρχίας Καρυστίας και του νομού Ευβοίας, όπου θεωρούνται αι διάφοροι υποθέσεις των.

Ταχύπλουν δις της εβδομάδος αναχωρόν, μεταφέρει αυτούς.

Εις τον ρηθέντα τούτον λιμένα υπάρχει ύδωρ πόσιμον και μικρά τις λίμνη και οικίσκοι τινές, αλιέων.

Εκεί διαμένει και ο τελωνοφύλαξ έχων και μικρόν καφενείον.

Οι υπό τας πτωχικάς ταύτας στέγας ξενιζόμενοι, ενίοτε, είτε ντόπιοι είτε ξένοι, τυγχάνουσι μεγάλων περιποιήσεων».

Κατά τη δεύτερη περιγραφή, γραμμένη 10 χρόνια αργότερα από τον Μιχαήλ Κωνσταντινίδη, σημειώνεται η αύξηση του πληθυσμού και η εν γένει ζωή και κίνησή της: «Παρά τον λιμενίσκον Λιναριάν -γράφει- από τίνων ετών εγένετο, ως προελέχθη, συνοικισμός… ανερχομένων σήμερον εις τεσσαράκοντα, περίπου, οικογενείας… ένθα, συνήθως, καταπλέει προσεγγίζον και αγκυροβολούν το καθ’ εβδομάδα τακτικώς συνδέον την μεταξύ Πειραιώς, Λαυρίου, Κύμης και Σκύρου συγκοινωνίαν, κατά σύμβασιν του δημοσίου μετά μιας τινός ελληνικής ατμοπλοϊκής εταιρείας, χάριν της ταχυδρομικής υπηρεσίας.

Ενταύθα ωσαύτως, προσορμίζονται συνήθως και τα εις την νήσον καταπλέοντα άλλα πλοία ως και τα εν τω τόπω αλιευτικά τε και άλλα…

Εκτίσθη δε επί παρακειμένου υψώματος, παρά την μεσημβρινήν του λιμένος ακτήν και ναΐσκος, επ’ ονόματι του Αγίου Νικολάου τιμώμενος, εν ω εκκλησιάζονται οι εκεί συνοικισθέντες και προσέτι, ου μακράν, επί του βορείου γηλόφου, ανεμόμυλος αλήθων τούτων την τροφήν.

Εκλέγεται δε και παράδεισος εκ των εν αυτώ, ένθα εδρεύουσι γραμματοδιδασκαλείον, το υποτελωνείον και το πρακτορείον της Εταιρείας του προσεγγίζοντος ατμόπλοιου, όπου επομένως αποβιβάζονται και επιβιβάζονται οι επιβάται και όπου φορτώνονται και εκφορτώνονται τα εμπορεύματα και τα εκ Σκύρου προϊόντα.

Υπάρχουν ωσαύτως ενταύθα και καφενεία και οινοπωλεία και παντοπωλείον και προς διανυκτέρευσιν οίκησις ουχί δυσκόλως ευρίσκεται.

Επαγγέλονται δε οι πλείστοι των συνωκισμένων τον αλιέα, έχοντες και λέμβους και φορτηγίδας προς φόρτωσιν των προϊόντων του τόπου και εκφόρτωσιν των αλλαχόθεν εισαγομένων εμπορευμάτων». Προς δε και αλιευτικά πλοιάρια, δ’ ων ασχολούνται εις αλιείαν ιχθύων, μαλακιών και οστρακοδέρμων και μάλιστα αστακών, των απανταχού περιφήμων της Σκύρου. Και άλλα έτι πλοιάρια δι’ ων ενεργείται η ακτοπλοΐα εις τα πλησιέστερα μέρη».

Οι εικόνες που δίνονται με τις παραπάνω περιγραφές, απέδιδαν σε γενικές γραμμές την πραγματικότητα της Λιναριάς και κατά τις επόμενες δεκαετίες, μέχρι και τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, παρά την σχετική αύξηση του πληθυσμού, με την εγκατάσταση νέων κατοίκων.

 

Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΛΙΝΑΡΙΩΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Η ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ & ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΟΜΗ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ

Χαρακτηριστικό της οικονομίας των Λιναριωτών υπήρξε η πλήρης σχεδόν έλλειψη γεωργικού κλήρου, ικανού να τους εξασφάλιζε, και στοιχειώδη έστω, γεωργικά προϊόντα. Γι’ αυτό στράφηκαν απ’ την αρχή προς τα θαλασσινά επαγγέλματα και κυρίως προς το ψάρεμα.

Εν τούτοις, αρκετοί, ξεκινώντας από το ψάρεμα που εξακολουθεί και σήμερα ν’ αποτελεί την κύρια απασχόλησή τους προκειμένου να καλύψουν εκ των ενόντων τις διάφορες κοινές ανάγκες ή να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες που τους έδινε το λιμάνι για πρόσθετη απασχόληση κι επαγγελματικές δραστηριότητες, στράφηκαν και σε άλλους τομείς όπως στη δημιουργία μπακάλικων, καφενείων, φούρνων, στην ενοικίαση των σπιτιών τους σε ταξιδιώτες, στην φορτο-εκφόρτωση των εμπορευμάτων και ακόμη στη ναυτιλία με τη γενικότερη σημασία της αποκτώντας ορισμένες οικογένειες δικά τους καΐκια ή υπηρετώντας σα ναύτες μέλη των οικογενειών σε μεγάλα πλοία.

Η οικονομική θέση των «καπεταναίων», όπως ονομάζονταν γενικά οι ιδιοκτήτες καϊκιών και οι αξιωματικοί του εμπορικού ναυτικού που έστελναν τακτικά εμβάσματα στις οικογένειές τους, ήταν γενικά ικανοποιητική.

Αντίθετα, η πλειονότητα των απλών ψαράδων αντιμετώπιζε οξύτατα οικονομικά προβλήματα.

Η αλιεία, ενεργούμενη παλαιότερα με μικρές ψαρόβαρκες κινούμενες με κουπιά και σπανιότερα με πανί, ήταν παράκτια συνήθως και μικρής κλίμακας, το δε μεγαλύτερο μέρος των αλιευμάτων προορίζονταν για αυτοκατανάλωση και μικρές μόνο ποσότητες έμεναν για πούλημα στους «ψαρομανάβηδες» που συγκέντρωναν τ’ αλιεύματα με προορισμό την αγορά της Αθήνας, ενώ τον περισσότερο καιρό λόγω κακοκαιρίας και άλλων δυσχερειών οφειλομένων στη μεγάλη απόσταση που μεσολαβεί μεταξύ Σκύρου και Πειραιά, το περίσσευμα των ψαριών πωλούνταν από τους ίδιους τους ψαράδες στους κατοίκους της πόλης.

Για να διευκολύνουν την πώλησή τους, τα έδιναν συχνά «τράμπα» ανταλλάσσοντας τα με διάφορα γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα από τα οποία στερούνταν.

Επομένως, ανάλογα με την οικονομική τους κατάσταση κατά πρώτο λόγο αλλά και την προηγούμενη κοινωνική τους θέση, οι οικογένειες της Λιναριάς κατατάσσονταν σε δύο κοινωνικά στρώματα.

Στην πρώτη θέση της κοινωνικής ιεραρχίας βρίσκονταν οι οικογένειες που είχαν δικά τους καΐκια ή μέλη τους είχαν σταδιοδρομήσει σαν αξιωματικοί του εμπορικού ναυτικού μαζί με την οικογένεια του παπά και του δασκάλου.

Οι υπόλοιπες οικογένειες ασχολούμενες κυρίως με το ψάρεμα και κατά δεύτερο λόγο με τις διάφορες άλλες εργασίες του οικισμού, αποτελούσαν τη βάση της κοινωνικής πυραμίδας.

 

ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΛιναριάΟι Λιναριώτες, νεοφερμένοι και προερχόμενοι από διαφορετικές Ελληνικές περιοχές χωρίς την ύπαρξη ενός συμπαγούς πυρήνα με κοινή καταγωγή και αφετηρία που θα μπορούσε να επηρεάσει πολιτιστικά και τους υπόλοιπους κατοίκους, δεν κατόρθωσαν κατά το χρονικό διάστημα των 100 και πλέον χρόνων από τη δημιουργία του οικισμού μέχρι το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, να διαπλάσουν δικά τους ενιαία πολιτιστικά πρότυπα.

Παράλληλα, η μεγάλη απόσταση που χώριζε το λιμάνι από την πόλη μέχρι την κατασκευή του αμαξιτού δρόμου που συνέδεσε έκτοτε με αυτοκινητική συγκοινωνία τους δύο οικισμούς και πύκνωσε τις επαφές των κατοίκων τους, καθώς και οι περιορισμένες επιγαμίες των Λιναριωτών με γηγενείς Σκυριανούς, δεν επέτρεψαν να επιδράσει άμεσα ο ντόπιος πολιτισμός στη ζωή των νεοφερμένων κατοίκων.

Επομένως, πολιτιστικά οι Λιναριώτες δεν τοποθετούνται μέσα στο γενικότερο πλαίσιο του παραδοσιακού Σκυριανού πολιτισμού.

Τα δικά τους πολιτιστικά στοιχεία υπήρξαν σε γενικές γραμμές, τα εξής:

 

ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ

Τα σπίτια της Λιναριάς ξεφεύγουν τελείως απ’ την αρχιτεκτονική των σπιτιών της πόλης, ενώ παράλληλα δεν μπορούμε να τα εντάξουμε σ’ ένα άλλο γνωστό νεοελληνικό αρχιτεκτονικό ρυθμό της νησιώτικης ή ηπειρωτικής Ελλάδας.

Μεταξύ τους διαφέρουν επίσης μορφολογικά και από πλευρά μεγέθους.

Εσωτερικά χαρακτηρίζονται για την απλότητα και την πλήρη έλλειψη των διακοσμητικών αντικειμένων σε παλαιά κεραμικά και χαλκώματα που αποτελούν την καθιερωμένη διακόσμηση των σπιτιών της πόλης. Αντίθετα, χρησιμοποιούσαν φωτογραφίες, νέα βάζα και λαϊκές εικόνες, φερμένες από διάφορα λιμάνια του εσωτερικού και του εξωτερικού από τα μέλη των οικογενειών που ταξίδευαν και τα γνωστά κεντήματα με τις φράσεις «καλή μέρα», «κι’ αυτό θα περάσει» κ.λ.π.

 

ΟΙ ΦΟΡΕΣΙΕΣ

Οι Λιναριώτες δε φορούσαν κανένα από τα είδη των Σκυριανών ρούχων, ούτε είχαν μια ενιαία δικιά τους ξεχωριστή φορεσιά, επειδή ήρθαν σα μεμονωμένα άτομα ή οικογένειες από διάφορους ελληνικούς τόπους.

Η ανυπαρξία κοινής φορεσιάς και αντίστοιχης παράδοσης τους οδήγησε γρήγορα στο να ντυθούν με τα κοινά ευρωπαϊκά ρούχα, άντρες και γυναίκες.

 

Η ΓΛΩΣΣΑ

Αδιαμόρφωτη παρέμενε και η γλώσσα. Αποτελούσε ένα μίγμα με λέξεις και προφορά από διάφορες ελληνικές περιοχές που στα τελευταία χρόνια του μεσοπολέμου κυριαρχούσαν στοιχεία του γλωσσικού ιδιώματος της γειτονικής Κύμης, των ανθρώπων του λιμανιού, του Πειραιά και ακόμα του Σκυριανού γλωσσικού ιδιώματος (χωρίς όμως την έντονη χρήση του «τσαί») που έτεινε να επηρεάσει γενικότερα τη γλώσσα των Λιναριωτών μέχρι ότου η γενική διάδοση κι επικράτηση της κοινής νεοελληνικής κατά τ’ αμέσως μετ’ απελευθερωτικά χρόνια, αντικατέστησε τελείως το ιδιόρρυθμο και ασχημάτιστο γλωσσικό τους ιδίωμα.

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ & ΑΠΟΚΡΙΕΣ

Διαφορετικά ήταν επίσης τα τραγούδια που συνήθιζαν και ήξεραν οι Λιναριώτες από τα παλιά Σκυριανά.

Οι Λιναριώτες τραγουδούσαν ψαράδικα, νησιώτικα και λαϊκά που μαθαίνονταν όχι με παραδοσιακό τρόπο, απ’ τους γονείς στα παιδιά, αλλά από τους δίσκους του γραμμοφώνου και οι προτιμήσεις τους ήταν πάντα στα νέα, «του σειρμού», με συνέπεια να ξεχνιούνται τα παλαιότερα και να μη δημιουργείται σχετική παράδοση.

Πανηγύρια δικά τους δεν είχαν οι Λιναριώτες. Θαλασσινοί στο σύνολό τους, έχτισαν, από την αρχή της εγκατάστασής τους, εκκλησία προς τιμήν του προστάτη των ελλήνων ναυτικών Άγιο Νικόλαο που πάντα τιμούσαν και τιμούν με ιδιαίτερη ευλάβεια αλλά χωρίς την οργάνωση ξεχωριστών εκδηλώσεων και κοινής συνεστίασης, όπως συμβαίνει με τον πολιούχο της Σκύρου, Άγιο Γεώργιο.

Συμμετείχαν όμως, και συμμετέχουν με μεγάλο αριθμό, σε πανηγύρια διενεργούμενα από εκκλησιαστικά αδελφάτα που ανήκουν σε κατοίκους της πόλης και ιδίως του Αγίου Παντελεήμονα, στο Μάρμαρο, της Παναγίας της Μέγκλους και του Αγίου Μάμαντος.

Επίδραση της πολιτιστικής παράδοσης των κατοίκων της πόλης στους Λιναριώτες, πρέπει να θεωρηθεί η μίμηση της Σκυριανής αποκριάς με τη μορφή της οργάνωσης λαϊκών, αυτοσχέδιων θιάσων και την απαγγελία στίχων με ψυχαγωγικό αλλά και κοινωνικό περιεχόμενο, κατά το πρότυπο των αντίστοιχων θιάσων και λαϊκών ποιητών της πόλης.

Οι Λιναριώτες γιόρταζαν μέχρι τελευταία μόνοι τους τις αποκριές και ειδικοί στους στίχους και την απαγγελία παρουσίαζαν, διακωμωδώντας ή καυτηριάζοντας τα γεγονότα της χρονιάς που αφορούσαν τη Λιναριά και τους κατοίκους της.

Από τους καλύτερους Λιναριώτες λαϊκούς ποιητές υπήρξε ο Σπύρος Πάτρας, οργανώνοντας τις απόκριες του οικισμού κατά την περίοδο του μεσοπολέμου.

Οι σάτιρες του είναι πολύ αξιόλογες και για την ποιότητα των στίχων και για τον ιδιαίτερο Λιναριώτικο χαρακτήρά τους.

 

Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Παρά τη διαφορετική τοπο-κοινωνική προέλευση των κατοίκων, τις λίγες γενεές που μεσολάβησαν από τη δημιουργία του οικισμού μέχρι σήμερα και την εξέλιξη του πληθυσμού με την εγκατάσταση διαρκώς νέων οικογενειών, η κοινή συμβίωση στον περιορισμένο χώρο του οικισμού και οι όμοιες βιοτικές κι επαγγελματικές συνθήκες, συντέλεσαν στο να διαμορφωθεί ψυχολογία με ενιαία χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν στο σύνολό τους, τους Λιναριώτες.

Κύρια γνωρίσματα της ψυχολογίας τους υπήρξαν η ολιγαρχία, η μεταξύ τους αγάπη και αλληλοϋποστήριξη και το φιλόξενο πνεύμα τόσο προς τους παλαιούς-γηγενείς Σκυριανούς όσο και προς τους ξένους.

 

Η ΛΙΝΑΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ

Η εξέλιξη του οικισμού σημείωσε σημαντικές προόδους μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Η μορφωτική στάθμη των νέων ανέβηκε ικανοποιητικά και αρκετοί εξελίχθηκαν σε στελέχη του εμπορικού ναυτικού κυρίως αλλά και σε άλλους κλάδους.

Η οικονομική κατάσταση των  κατοίκων αρχικά καλυτέρεψε αισθητά με τη διάδοση των πετρελαιομηχανών που τους επέτρεψε να κατασκευάσουν μεγαλύτερα και ταχυκίνητα αλιευτικά (τρεχαντήρια) με τα οποία επεξέτειναν  τη δράση τους σε ευρύτερες περιοχές φτάνοντας συχνότερα μέχρι τα γειτονικά νησιά των Βόρειων Σποράδων και στα πλούσια σε αλιεύματα ακατοίκητα νησιά Σκάτζουρα, Πιπέρι, Κυρά Παναγιά και με την αντίστοιχη ανάπτυξη της εμπορίας των αλιευμάτων από περισσότερους και καλύτερα εξοπλισμένους «ψαρομανάβηδες».

Εξ’ άλλου, ιδιαίτερα από το 1955 και πέρα, με την ανάπτυξη του τουρισμού δημιουργήθηκαν νέες συνθήκες & δυνατότητες για τους κατοίκους, που, συγκριτικά με τον αριθμό τους, επιδόθηκαν σε μεγαλύτερο ποσοστό απ’ τους κατοίκους της πόλης –και ίσως με μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα- σε διάφορα τουριστικά επαγγέλματα (ενοικίαση δωματίων, εστιατόρια, καφενεία κ.λ.π.), έτσι ώστε κατόρθωσαν να δημιουργήσουν αξιόλογη –για τα μέτρα της Σκύρου- υποδομή που τους επιτρέπει να προσβλέπουν σ’ ένα «δικό τους», κατά κάποιο τρόπο «αυτοδύναμο» τουριστικό μέλλον του οικισμού.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΛΙΝΑΡΙΩΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Όπως είδαμε, η Λιναριά δεν έχει «γενετική» αφετηρία. Δε δημιουργήθηκε, δηλαδή, εξ’ αρχής, βάση ενός ομαδικού και οργανωμένου εποικισμού.

Αντίθετα, εξελίχθηκε σταδιακά, σύμφωνα με τις τοπο-κοινωνικές  και οικονομικές της συνθήκες. Στο χρονικό διάστημα των 150 χρόνων, κατόρθωσε να διαμορφώσει δική της, ιδιόμορφη κοινωνία με γνωρίσματα που την διαφοροποιούν έντονα από την κοινωνία των παλαιών κατοίκων της Σκύρου και της προσδίδουν ανεξάρτητη οικονομικο-κοινωνική οντότητα.

Η επαγγελματική και κοινωνική δομή των Λιναριωτών, παρά την κύρια απασχόληση του μεγαλύτερου μέρους των με το ψάρεμα, δεν υπήρξε μόνο επαγγελματικής μορφής, όπως συνέβαινε με τις υπόλοιπες κάστες της Σκύρου που κάθε μία ασκούσε ένα ή περισσότερα άλλα συναφή επαγγέλματα και συμπλήρωνε τις υπόλοιπες στην κατανομή των λειτουργιών και οικονομικο-επαγγελματικών απασχολήσεων συνθέτοντας, στο σύνολό τους, τη Σκυριανή κοινωνία.

Οι κάτοικοι της Λιναριάς, απομονωμένοι και σχεδόν αποκομμένοι απ’ τους υπόλοιπους Σκυριανούς και την πόλη, μη συνδεόμενοι άμεσα μαζί τους, οικονομικά, γενεαλογικά, κοινωνικά και πολιτιστικά, σχημάτισαν μια δική τους κοινωνία με αυτάρκη λειτουργικότητα.

Η λειτουργία δημοτικού σχολείου κι εκκλησίας με τη μόνιμη εγκατάσταση στο λιμάνι δασκάλου και ιερέα, ολοκλήρωσε από τις αρχές του αιώνα μας τη λειτουργικότητα του οικισμού και τον κατέστησε σχεδόν αυτοδύναμο, κοινωνικο-οικονομικό οργανισμό.

Επομένως, δε μπορούμε να εντάξουμε τους Λιναριώτες σε μια απ’ τις παραδοσιακές κάστες της Σκύρου, εφ’ όσον από την αρχή της ίδρυσης του οικισμού, οι κάτοικοι έτειναν στη διαμόρφωση ξεχωριστής κοινωνίας, με ανεξάρτητη υπόσταση από την κοινωνία των γηγενών.

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Λιναριώτικη κοινωνία, αποτελεί κατά βάση μια μικρογραφία ναυτικο-αστικής κοινωνίας, από εκείνες που διαμορφώθηκαν από τα μέσα -κυρίως- του περασμένου αιώνα και σε διάφορες άλλες ελληνικές περιοχές.

Μάνος Φαλτάϊτς

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Translate »